σελᾶ

σελάω
shine
pres subj act 1st sg (doric aeolic)
σελάω
shine
pres ind act 1st sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σέλα — σέλᾱ , σέλας light neut nom/voc/acc pl σέλᾱ , σέλας light neut nom/voc/acc dual σέλᾱ , σελάω shine pres imperat act 2nd sg σέλᾱ , σελάω shine imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλα — η / σέλλα, ΝΜΑ, και λόγιος τ. σέλλα Ν ειδικό κάθισμα για τον ιππέα που προσαρμόζεται στην ράχη τού υποζυγίου και, ιδίως, τού αλόγου, εφίππιο («οι όμορφοι καβαλλάροι / στην σέλλα σάζουν το κορμί, στην χέρα το κοντάρι», Ερωτόκρ.) νεοελλ. 1. το… …   Dictionary of Greek

  • σέλα — [сэлла] ουσ. Θ. седло …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σέλα — η (λ. λατ.) 1. ειδικό κάθισμα για τον ιππέα πάνω στη ράχη του αλόγου. 2. κάθισμα ποδηλάτου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σέλᾳ — σέλαϊ , σέλας light neut dat sg σέλαι , σέλας light neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάσει — σελά̱σει , σελάω shine aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) σελά̱σει , σελάω shine fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) σελά̱σει , σελάω shine fut ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελαναία — σελᾱναίᾱ , σεληναίη fem nom/voc/acc dual (doric) σελᾱναίᾱ , σεληναίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελαναίας — σελᾱναίᾱς , σεληναίη fem acc pl (doric) σελᾱναίᾱς , σεληναίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάνα — σελά̱νᾱ , σελήνη the moon fem nom/voc/acc dual (doric) σελά̱νᾱ , σελήνη the moon fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάνας — σελά̱νᾱς , σελήνη the moon fem acc pl (doric) σελά̱νᾱς , σελήνη the moon fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.